Πέμπτη 13 Αυγούστου 2015


Η προσαρμογή στην πραγματικότητα μετά τις καλοκαιρινές διακοπές δεν είναι ποτέ εύκολη. Όπου σταθείς και όπου βρεθείς ανακαλύπτεις αφορμές να αναπολήσεις όσα έζησες στον προορισμό που επέλεξες και η ευχή «καλό χειμώνα» στριφογυρίζει μέσα στο κεφάλι σου σαν κακός νυχτερινός εφιάλτης. Αυτή η μετάβαση μπορεί να γίνει πιο ομαλή μέσα από τα θερινά σινεμά. Λίγο το γιασεμί, λίγο ο έναστρος ουρανός, υπάρχει κάτι στην ατμόσφαιρα που σε ταξιδεύει και σε κάνει να μη νιώθεις τόσο άσχημα που βρίσκεσαι στην πόλη ενώ άλλοι συνεχίζουν ακάθεκτοι τις διακοπές τους στα νησιά γεμίζοντας το feed του Instagram.
Μια από τις ταινίες που ξεχώρισαν αυτή την εβδομάδα και βοηθούν σε αυτή την ομαλή διαδικασία επιστροφής στην καθημερινότητα είναι το «Love & Mercy» του Μπιλ Πόλαντ, το οποίο καταπιάνεται με τη ζωή του Μπράιαν Γουίλσον, της ποπ ιδιοφυίας πίσω από τους Beach Boys. Η ιδιαιτερότητα του φιλμ εντοπίζεται στο ότι χωρίζει τη ζωή του Γουίλσον σε δύο ενότητες, αυτή των 60s που o μουσικός `βρίσκεται στο απόγειο της δημιουργικότητάς του και στα 80s όπου πέρασε τις πιο δύσκολες στιγμές του. Και για να γίνει ακόμη πιο σαφής αυτός ο διαχωρισμός, ο ρόλος του μοιράζεται ανάμεσα σε δύο διαφορετικούς ηθοποιούς. Ο Γουίλσον των 60s απεικονίζεται από τον Πολ Ντάνο και αυτός των 80s από τον Τζον Κιούζακ. Η αφήγηση μόνο συμβατική δεν είναι, αφού η μετάβαση στις δύο δεκαετίες δε γίνεται γραμμικά αλλά μπλέκεται και αλληλοσυμπληρώνεται.
Όπως γίνεται λοιπόν κατανοητό, δεν έχουμε να κάνουμε με μια μουσική βιογραφία που ενδιαφέρεται για την κατά γράμμα απεικόνιση των γεγονότων. Περισσότερο δοκιμάζει μια κατάδυση στην ψυχοσύνθεση του πρωταγωνιστή της παρά μένει στην επιφάνεια. Και όχι ότι είναι δύσκολο για ένα δημιούργημα που στηρίζεται πάνω στους Beach Boys να έχει ψυχή, αυτή η ταινία πάντως διαθέτει μια ξεχωριστή ζεστασιά που σε κατακλύζει.
Ο Μπράιαν Γουίλσον είναι μια μοναδική προσωπικότητα στο χώρο της μουσικής. Προκάλεσε επανάσταση στα 60s με τους Beach Boys, εκφράζοντας αρχικά την κουλτούρα των surfers και της Καλιφόρνια και στην πορεία εξελίχθηκε στην αμερικανική απάντηση στους Beatles. Η πιο δημιουργική πορεία των Beach Boys ξεκινά από το 1966 και το άλμπουμ-ορόσημο «Pet Sounds» και κλείνει τον κύκλο της το 1971 με το σκοτεινό και παραισθησιογόνο «Surf’s Up». Μόνο η ιερή τετράδα από το Λίβερπουλ μπορούσε να ανταγωνιστεί την οικογένεια Γουίλσον εκείνη την περίοδο και είναι έξυπνη κίνηση του Πόλαντ να επικεντρωθεί στη συγκεκριμένη την εποχή όσον αφορά το κομμάτι των 60s.
Βέβαια, μετά την άνοδο έρχεται η πτώση και στην περίπτωση του Γουίλσον ήταν εκκωφαντική. Ανέκαθεν είχε ψυχολογικά θέματα, κυρίως λόγω της σχέσης που είχε με τον βίαιο και καταπιεστικό πατέρα του. Η χρήση ψυχοτρόπων ουσιών επιδείνωσε το πρόβλημά του και ο θάνατος του αδερφού του, Ντένις το 1983 τον διέλυσε. Την κατάστασή του εκμεταλλεύτηκε ο ψυχοθεραπευτής Γιουτζίν Λάντι, αναπτύσσοντας μια αμφιλεγόμενη σχέση μαζί του που περισσότερο μοιάζει με αυτή που είχε με τον πατέρα του, παρά με τη σύνδεση γιατρού-ασθενή. Κάπου εκεί μπήκε στη ζωή του η Μελίντα Λεντμπέτερ, μια πωλήτρια αυτοκινήτων που έμελλε να γίνει η δεύτερη γυναίκα του και να τον βγάλει από το τέλμα ετών. Τον Λάντι υποδύεται ο έμπειρος Πολ Τζιαμάτι και την Λεντμπέτερ η Ελίζαμπεθ Μπανκς.
Το κομμάτι των 60s κλείνει το μάτι στους λάτρεις της μουσικής του Γουίλσον και παρουσιάζει τη διαδικασία δημιουργίας και ηχογράφησης των κορυφαίων δίσκων των Beach Boys. Είναι αδύνατο να μην ανατριχιάσεις ακούγοντας τις πρώτες νότες του «God Only Knows» και του «Good Vibrations». Καθώς ο ήχος της μπάντας αποκτά ψυχεδελική υφή ο Γουίλσον γίνεται όλο και πιο απόμακρος και πληρώνει αυτό το τίμημα αργότερα, κάτι που αποτυπώνεται ανάγλυφα στα 80s. Η δεύτερη δεκαετία που παρακολουθεί η ταινία παρουσιάζεται πιο στρωτή αφηγηματικά και κάνει προσβάσιμο το περιεχόμενο σε όσους δεν έχουν ιδιαίτερη επαφή με τη μουσική του Γουίλσον και θέλουν να παρακολουθήσουν μια υποτυπώδη πλοκή.
Είναι τόσο αρμονικό το συγκέρασμα των δύο Γουίλσον που δε θέλουμε να απομονώσουμε κάποια εποχή, ωστόσο τα 60s έχουν μια ξεχωριστή θέση στην καρδιά μας. Όχι μόνο επειδή εκεί παρατηρούμε τον Γουίλσον στα καλύτερά του, μα επειδή ο Πολ Ντάνο πετυχαίνει την πιο εύστοχη έως τώρα ερμηνεία του, πετυχαίνοντας να διεισδύσει στο μυαλό του Γουίλσον και να εξωτερικεύσει τις ψυχολογικές του μεταπτώσεις. Ο Κιούζακ βρίσκεται σε μια περίεργη φάση στην καριέρα του και αυτή τη στιγμή μοιάζει πιο πολύ με Νίκολας Κέιτζ δεύτερης διαλογής, εδώ πάντως είναι αξιοπρεπής και άνετα η ερμηνεία του στο «Love & Mercy» συγκαταλέγεται μέσα στις καλύτερες στιγμές της πορείας του τη δεκαετία που διανύουμε. Ο Τζιαμάτι ίσως να το παρακάνει σε κάποια σημεία με τη διαβολική απεικόνιση του Γιουτζίν Λάντι και η Ελίζαμπεθ Μπανκς εκτός από το ότι ακτινοβολεί ομορφιά, καταφέρνει να γίνει όσο συμπαθής χρειάζεται ώστε να πειστείς πως η Μελίντα είναι όντως σανίδα σωτηρίας για τον Γουίλσον.
Εν τέλει, οι Beach Boys αν και συγκαταλέγονται σίγουρα μέσα στις επιδραστικότερες μπάντες όλων των εποχών, με το πέρασμα του χρόνου δε διατήρησαν το στάτους των Beatles, των Rolling Stones ή των Pink Floyd. Ίσως γιατί ο Μπράιαν Γουίλσον ποτέ δεν ήταν ή δε θέλησε να γίνει σταρ και έμεινε προσκολλημένος αποκλειστικά στη μουσική του. Αυτή η ταινία παρουσιάζει την αγάπη του για τη μουσική ως ζωτική ανάγκη, χωρίς ταυτόχρονα να ωραιοποιεί ιδιαίτερα καταστάσεις. Είναι δύσκολο να φανταστούμε έναν κόσμο στον οποίο όλες οι κινηματογραφικές βιογραφίες (όχι μόνο οι μουσικές) ακολουθούν την προσέγγιση του «Love & Mercy», ωστόσο είναι ωραίο που μια στο τόσο βλέπουμε τέτοιες ταινίες. Δε μιλάμε για οσκαρική κλίμακα, αλλά αυτό περιττή σημασία έχει όταν νιώθεις τη ζεστασιά του «Wouldn’t It Be Nice» να σε πλημμυρίζει με το πέσιμο των τίτλων τέλους. 
Η ταινία «Love & Mercy» κυκλοφορεί στις αίθουσες από την Odeon.
Γιάννης Μόσχος
ymoschos@clckatlife.gr
Categories:

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Subscribe to RSS Feed Follow me on Twitter!